Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Η δεύτερη γλώσσα στην προσχολική αγωγή. Ναι ή όχι;

Όσα δεν σας λέει η νηπιαγωγός του
Πολλοί παιδικοί σταθμοί τα τελευταία χρόνια είναι αγγλόφωνοι ή έχουν εντάξει στο καθημερινό τους πρόγραμμα τα αγγλικά (ή και άλλες γλώσσες). Υπάρχει, όμως, πραγματικό όφελος από τη διδασκαλία δεύτερης γλώσσας σε τόσο μικρές ηλικίες;

Τα περισσότερα παιδιά μπορούν να μάθουν να μιλούν δύο γλώσσες, αλλά πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η διδασκαλία της δεύτερης γλώσσας παράλληλα με τη μητρική δεν είναι το πιο σημαντικό στοιχείο στην εκπαίδευση του παιδιού. 

Η επιτυχία εκμάθησης μιας ξένης γλώσσας εξαρτάται από την ποιότητα των προγραμμάτων εκπαίδευσης και την αναγκαιότητα της γλώσσας στην επικοινωνία του παιδιού με τους άλλους. Επιπλέον, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα παιδιά μαθαίνουν ξένες γλώσσες πιο γρήγορα ή καλύτερα από τους ενηλίκους.

Ακόμα και τα παιδιά που μαθαίνουν δεύτερη γλώσσα σε πολύ μικρή ηλικία μπορεί να δυσκολεύονται με την προφορά, το λεξιλόγιο και τη γραμματική και να μη καταφέρουν ποτέ να κατακτήσουν αυτή τη γλώσσα.

Ένα παιδί που μαθαίνει μια ξένη γλώσσα, θα συνεχίσει να τη μαθαίνει και να τη χρησιμοποιεί μόνο όταν αισθανθεί ότι του είναι απαραίτητη για την επικοινωνία του. Αν δεν τη χρησιμοποιεί συχνά, είναι πολύ πιθανό να την ξεχάσει. 

Υπάρχει και η άποψη ότι τα παιδιά που μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα πριν τη ηλικία των 5 ετών, μπορεί να αντικαταστήσουν μέρος της μητρικής τους γλώσσας με την καινούρια γλώσσα. Πολλοί ερευνητές πιστεύουν ότι τα οφέλη είναι μικρά και ίσως δημιουργηθούν και προβλήματα όταν εισάγεται η διδασκαλία της ξένης γλώσσας πολύ νωρίς. Και όπως δείχνουν κάποιες έρευνες, οι έφηβοι μπορούν πιο εύκολα να μάθουν δεύτερη γλώσσα.

Στην ανάπτυξη της μητρικής και της δεύτερης γλώσσας σημαντικό ρόλο παίζει το πλούσιο σε ερεθίσματα περιβάλλον. Τα παιδιά γίνονται δίγλωσσα όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη επικοινωνίας και στις δύο γλώσσες (π.χ. όταν ο ένας γονιός μιλά άλλη γλώσσα)

Γενικά, όμως, η συνεχής ανάπτυξη της μητρικής γλώσσας φαίνεται να συσχετίζεται περισσότερο με την ακαδημαϊκή επιτυχία. Υπάρχει η ανησυχία ότι αν το παιδί δεν κατακτήσει πλήρως τη μητρική του γλώσσα, ίσως αργότερα να δυσκολευτεί να μάθει μια δεύτερη. 

Η διαδραστική σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη γνωστική ανάπτυξη είναι σημαντική. Η ενδυνάμωση της μητρικής γλώσσας στηρίζει τη συνέχιση της γνωστικής ανάπτυξης. Οι εμπειρίες και οι ιδέες πρέπει να είναι οικείες και να έχουν νόημα για το παιδί προκειμένου να μάθει. 

Ό,τι αποκτά με τη μητρική γλώσσα (ακαδημαϊκές ικανότητες, ανάπτυξη αλφαβητισμού, δημιουργία εννοιών, κατανόηση και στρατηγικές μάθησης) μεταφέρονται και στη δεύτερη γλώσσα. 

Καθώς τα παιδιά μαθαίνουν τη δεύτερη γλώσσα, ανατρέχουν σε προηγούμενες εμπειρίες που είναι διαθέσιμες μέσω της μητρικής τους γλώσσας. Άρα οι ικανότητες που αναπτύσσουν τα παιδιά στη μητρική τους γλώσσα, αποτελούν τη βάση ώστε να επιτύχουν στην εκμάθηση της δεύτερης γλώσσας. 

Προκύπτει, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι πρώτα πρέπει να αναπτυχθεί σωστά η μητρική γλώσσα και ύστερα να ξεκινήσει η εκμάθηση της δεύτερης. Μήπως, λοιπόν, στην προσχολική εκπαίδευση πρέπει να ξαναδούμε το θέμα της δεύτερης γλώσσας, ακόμα κι αν αυτή διδάσκεται μέσω του παιχνιδιού; 

Τέλος, όταν το παιδί πηγαίνει σε ξενόγλωσσο σχολείο, σημαίνει ότι τα ελληνικά γίνονται δεύτερη γλώσσα και η ξένη πρώτη. Αν η οικογένεια δεν είναι δίγλωσση, όπου η δεύτερη γλώσσα είναι απαραίτητα για την επικοινωνία και τη διατήρηση των παραδόσεων, δεν είμαι σίγουρη ποια είναι η απάντηση στο γιατί δεν δίνουμε προτεραιότητα στη σωστή ανάπτυξη της μητρικής γλώσσας. Το παιδί μπορεί να μάθει δύο και τρεις γλώσσες, αλλά θεωρώ ότι πρώτα πρέπει να μάθει ελληνικά.

Φανή Λούγκλου, Κλινική Παιδοψυχολόγος, ΜΑ
Ατσική, Λήμνος. Τηλ.: 22540 31135, 6973 401177
fanilougklou@hotmail.com
trelamenoigoneisanisixapaidia.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου